Ένα φάντασμα – των αναμνήσεων,
των υπαρκτών και ανύπαρκτων σχέσεων.
Του υπογείου, αλλά και του ουρανού,
εκεί που ζούνε τώρα ξένοι.
—
Ένα φάντασμα κρονικό.
Εγκλωβίστηκε σαν τον Προμηθέα,
και λιώνει μέρα-νύχτα.
Τη μέρα παίρνει την ανθρώπινη μορφή,
μα τη νύχτα επιστρέφει στη φύση του.
—
Ένα φάντασμα «σιωπηλό».
Μιλά, δείχνει, μα κανένας δεν προσέχει·
καταδικασμένο να είναι αόρατο,
απλησίαστο, μοναχικό.
—
Φάντασμα του υποσυνείδητου,
του ονείρου, του μυστικού.
Του αδιόρατου πόνου,
των πληγών που έγιναν ουλές,
όσων τον στοίχειωσαν.
—
Φάντασμα στοιχειωμένο.
Να περιφέρεται αναζητώντας τη λήθη.
Όχι των ανθρώπων – αυτή την έχει.
Ένα φάντασμα πιο μόνο όσο ποτέ.
Ηλίας Πεντίκης, 23/08/26, 02:14¨ – 02:56¨