Η ζωή μας τελειώνει.

Διανύοντας τις τελευταίες μέρες του 2013, ένα τραγούδι πάντα επίκαιρο για κάθε χρόνο που περνά, για κάθε τέλος, για κάθε ανάμνηση…

Όταν σχολώ από τη δουλειά και φθάνω σπίτι, με το που γυρίζω το κλειδί στο off και σβήνει η μηχανή, κλείνω τα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα να γυρίσει λίγο η μέρα μέσα στο νου μου, να φτιάξω εικόνες, να δω αν ξέχασα να κάνω κάτι στη δουλειά ή να ηρεμήσω την ένταση της ημέρας πριν μπω στο σπίτι μέσα. Πολλές φορές να αδειάσει αυτό ο βόμβος μέσα από τα αυτιά μου, ο θόρυβος.

Πριν δυο μέρες που δεν έβρισκα παρκάρισμα, έβαλα το αυτοκίνητο απέναντι ακριβώς από την πρώην ταβέρνα-καφενέ του «Μπατήρη» ή ίσως και «Μπατίρη» τηρώντας την ορθογραφία. Να σας πω δεν θυμάμαι, μα νομίζω πως γράφεται «Μπατήρης». Κοιτώ απέναντι στο έρημο μαγαζί, κοιτώ παραδίπλα εκεί που κάποτε ο θείος μου ο Μιχάλης είχε τα κλουβιά που έτρεφε τα πουλιά του, καρδερίνες – καναρίνια. Κοιτώ και το μαγαζί που είχε ο Νικόλας ο Ντόλος παντρεμένος με τη θεία μου την Βάσω. Εκείνο το μικρό ψιλικαντζίδικο, το μαγαζί που μας έφτιαχνε όνειρα όταν ήμασταν παιδιά. Από εκεί αγόρασα αρκετά από τα αυτοκινητάκια μου, νεροπίστολα, χαρτάκια, τύχες όπως τα λέγαμε, κ.α. Τώρα το ψιλικαντζίδικο έχει ρηγμένους τοίχους, δεν υπάρχει πόρτα, μοιάζει με αποθήκη απ’ έξω.

Κλείνω τα μάτια, θυμάμαι, γυρνώ πίσω δεκαετίες, μας βλέπω παιδιά, βλέπω την γειτονιά τότε, βλέπω τον καφενέ γεμάτο από κόσμο και πνιγμένο ως συνήθως σε ένα ντουμάνι καπνό, με την μυρωδιά της ρετσίνας να ξεχύνεται από μέσα. Η περιοχή μύριζε μόνιμα ρετσίνα! Θυμάμαι τον παππού μου τον Παρίση, θυμάμαι τα ξαδέρφια μου, πως ήμασταν και πως μεγαλώσαμε.

Πριν λίγο καιρό παντρεύτηκε και η πιο μικρή από τα ξαδέρφια, ανιψιά μου ουσιαστικά, αλλά επειδή πολλά από αυτά τα παιδιά ήταν σχεδόν συνομίληκα μου ήταν σαν ξαδέρφια μου. Την μικρή, αυτή που παντρεύτηκε πρόσφατα, κάποτε μας την είχε φέρει η θεία μου (η γιαγιά της) σπίτι μας για λίγη ώρα να την προσέξουμε γιατί είχε μια δουλειά να κάνει. Την έπαιζα και την πρόσεχα εγώ τότε, μωρό ήταν, θυμάμαι στο μικρό κουζινάκι πάνω στο ντιβάνι. Πως πέρασαν τα χρόνια! Πως μεγαλώνουν έτσι τα παιδιά!

Λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια έτσι κλειστά ένα μικρό ταξίδι ταχύτατο πίσω στον χρόνο, στο πως πέρασε ο χρόνος, πως αλλάζουν οι μέρες και οι στιγμές μας, πως αλλάξαμε εμείς, οι γονείς μας, οι άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή, θυμήθηκα τα πρόσωπα τους ζωντανά, τη μυρωδιά των παλιών σπιτιών, τη φτώχεια της γειτονιάς μας. Γειτονιά! Σπουδαία έννοια! Και επανήλθα πίσω στο παρόν, πήρα τα συμπράγκαλα μου και κατηφόρησα προς το σπίτι. Από τότε μου κόλλησε αυτό το τραγούδι στο μυαλό και εδώ και δυο μέρες θυμάμαι…

Μα τι μυρωδιές έβγαιναν τότε από τα σπίτια, αυτή η υγρασία με το ξύλο μαζί, οι σόμπες, οι μανταρινόφλουδες πάνω στις σόμπες απαραίτητο αξεσουάρ-αποσμητικό, πόσο απλά ήταν τα πράγματα, πόσο απλά ζούσαμε, πόσο ανέμελα μέσα στις λίγες ανάγκες μας.

Και με τι χαρά, με τι ευτυχία μεγαλώσαμε, με τι παιχνίδια έξω στη γειτονιά, αλλωνίζαμε στο πευκοδάσος, εδώ δίπλα στα πευκάκια όπως τα λέμε, χειμώνα-καλοκαίρι.

Πόση αθωότητα! Για να πούμε τα κάλαντα φεύγαμε από το πρωί και γυρνούσαμε μεσημέρι, γυρνούσαμε όλη τη συνοικία και χτυπούσαμε κάθε πόρτα σε όλα τα Πεντακόσια και την Αγία Βαρβάρα μέχρι τις Καμάρες. Και όλες οι πόρτες πάντα ανοιχτές. Μια φορά είχαμε πάει στο σπίτι μιας γιαγιάς, μας έδωσε η κακομοίρα δύο δραχμές να μοιραστούμε. Δυο δραχμές! Εμείς γελούσαμε από τη μία, αλλά μαύρισε η ψυχή μας από την άλλη. Θα έρθουμε και την Πρωτοχρονιά είπαμε μεταξύ μας να τις πούμε τα κάλαντα και δεν θα πάρουμε τίποτα! Άλλοι δεν έδιναν χρήματα, λίγοι μεν, όμως τηρούσαν την παράδοση και έδιναν γλυκά. Μας συνέβη και αυτό, το προλάβαμε.

Χειμώνας, χιόνια, με το πρώτο στρώσιμο βγαίναμε στη γειτονιά για πόλεμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην παίξουμε χιονοπόλεμο και να μην κάνουμε τσουλήθρα όπου βρούμε. Μέχρι και οι γονείς μας έβγαιναν έξω για μάχη. Και παίζαμε εμείς τα παιδιά και οι γονείς μαζί, οι γείτονες μεταξύ μας ο καθένας από την αυλή του, από την εξώπορτα του, πίσω από το αμάξι του για κάλυψη. Σημασία δεν δίναμε στις χιονίστρες!

Απόκριες, «για σταφίδες, για καρύδες, για να σπάσουν οι σανίδες». Αυτό δεν τραγουδούσαμε, χτυπώντας πόρτα – πόρτα μασκαρεμένοι; Τι απίστευτα γέλια και χωρατά κάναμε; Ήταν και η εποχή που ο κόσμος αγόραζε κάστανα και έψηνε στις σόμπες, τα κάστανα έκαναν παρέα στα μανταρίνια. Μα τι μυρωδιές ανέδυαν τα σπίτια τότε!!

Ο φίλος μου ο Στέλιος, ο πιο μεγάλος από την παρέα των παιδιών τότε, ο σοφός της παρέας, Μπαμπαστρούμφ! Είχε την μεγαλύτερη συλλογή με κόμικς της Disney. «Μίκυ Μάους», οι «Μικροί εξερευνητές» το αγαπημένο του αν θυμάμαι καλά.

Είχε και έναν αυτοκινητόδρομο που τον είχε φέρει ο θείος του και είχε επίσης το πλέον αγαπημένο μας παιχνίδι, «Κάστρα και Πολιορκητές». Ονειρικές μάχες στο σπίτι του. Το σπίτι του Στέλιου ήταν για εμένα ένας κόσμος μαγείας, από τη μία τα κόμικς από την άλλη οι μάχες που δίναμε πάνω στο τραπέζι. Και φυσικά η κυρα-Λένα η μάνα του Στέλιου!

Στο ντουλάπι πάνω αριστερά από το τραπέζι της κουζίνας που στήναμε το παιχνίδι μας είχε το γιατρικό για τα πάντα, το μπουκαλάκι με το σπαθόλαδο. Αν κρίνω από τις εντυπώσεις του φίλου μου, είμαι τυχερός που ακόμα δεν δοκίμασα σπαθόλαδο.

Το καλοκαίρι αν δεν έμπαινε πρώτα στη θάλασσα η κυρα-Λένα, δεν τολμούσα να μπω μέσα. Στο τέλος εκείνος που ουσιαστικά με έμαθε κολύμπι ήταν ο Στέλιος!

Αλλά τα καλοκαίρια είναι από μόνα τους ένα τεράστιο κεφάλαιο των παιδικών μας χρόνων. Οι καλοκαιρινές μου αναμνήσεις είναι σα να έρχονται από έναν τόσο μα τόσο διαφορετικό κόσμο, μια τόσο άλλη εποχή. Τι να πρωτοξεθάψω απο τη μνήμη μου μέσα, τι να πρωτογράψω… λέω να το αφήσω για κάποιο καλοκαίρι, να σας πω τότε για αυτά τα καλοκαίρια που πέρασαν.

Για την ώρα η «ζωή μας τελειώνει», οι σκέψεις μου τελειώνουν στον καφενέ του «Μπατήρη», τον θείο Μιχάλη, την θεία Θοδώρα, τα ξαδέρφια-ανίψια μου που ξενιτεύτηκαν ευτυχώς στην Γερμανία, στον Γρηγοράκη που του έτρεχαν πάντα οι μύξες και του άρεσαν τόσο πολύ τα πορτοκάλια και τα μακαρόνια! Ο Άκης, η Ζήνα, η Μιμή, ο Παναγιώτης που δεν χάθηκε, αλλά έχουμε χαθεί, ο Στέλιος που μας έχει αλλάξει τόσο πολύ η ζωή και η ρουτίνα. Ο Γιώργος, «ο σεΐζης (όχι σεΐχης)-με τα πετρέλαια», ο Σώτηρης «batida de coco», ο Απίστολος (μπατιντάκι), ο «Τίγκας», ο Καραπάπης, ο Μηνάς και ο ξάδερφος του και συμμαθητής μου στα αγγλικά, ο Χρήστος. Από την κάτω γειτονιά ο «Γουλανδρής», δεν ξεχνώ τον Νικολάκη που τον πήραν μακριά μας τα ναρκωτικά, ο «Κότζακ» που έγινε ποδοσφαιριστής και έπαιξε πρώτη εθνική, κάποια στιγμή μάλιστα στον ΠΑΟΚ, από τα πέρα μέρη ο «Break», ο πατέρας του ο «Σαραβάκος», οι πολύ καλοί μου φίλοι στο δημοτικό και το γυμνάσιο, ο «Μπούσμπας» έκανε οικογένεια, ο Σάκης βρήκε τον δρόμο του στην Αθήνα, ο «Σπόρος» δεν έχω ιδεά τι κάνει, ο Ντάνης τον πετυχαίνω σπάνια στην πόλη, ο «Τάμπο» ασχολείται με τη μουσική και τα καταφέρνει καλά, ο «Μπόγιας» γνωστός και μη εξαιρετέος σε όλους μας, ο «αστυνόμος Σαΐνης» χάθηκε κάπου στην Αμερική, ο Βαγγέλης δεν άλλαξε καθόλου, τελευταία που τον πέτυχα ήταν ακόμα μέσα στην καλή χαρά. Ο Σταύρος τέλειωσε πληροφορική, παντρεύτηκε, πριν μερικά χρόνια είχε κατασταλάξει και αυτός στην Αθήνα, ο «Πετούγιας» που ασχολήθηκε και ασχολείται ακόμα με το μπάσκετ και τον ΑΟΚ.

Σίγουρα ξεχνώ πολλούς τώρα και πως θα ήταν δυνατόν να θυμάμαι τους πάντες και τα πάντα, με αφορμή μια στιγμή πριν δυο μέρες και ένα τραγούδι να μου υπενθυμίσει πως περάσανε τα χρόνια. Δυστυχώς ακόμα μια φορά επιβεβαιώνεται πως οι μέρες περνάνε δύσκολα και αργά, μα τα χρόνια ρέουν γρήγορα σαν ποτάμι!

Για την ιστορία εγώ είμαι ο «Τσίου Λι», ο «Μπόγιας» με είχε βαφτίσει έτσι στο Γυμνάσιο. Τελικά σχεδόν όλοι μας είχαμε και από ένα παρατσούκλι!

Παρασκευή 27/12/2013 και επιστρέφω στο παρόν, λίγες μέρες πριν την έλευση του 2014, να ξαπλώσω σε λίγο, να σηκωθώ αύριο σε μια δύσκολη εργασιακά μέρα, να συνειδητοποιήσω ότι οι αθώες μέρες, η γειτονιά που είχαμε τότε, τα παιχνίδια μας, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι άνθρωποι μιας άλλης γενιάς, γενιάς της προσφυγιάς, οι παππούδες και οι γιαγιάδες που μας έκραζαν που κάναμε φασαρία, δεν υπάρχουν πια.

Ή δεν υπάρχουν όπως υπήρχαν κάποτε. Τώρα υπάρχει μόνο ρουτίνα, αγωνία, αβεβαιότητα, κούραση, λύπη, κατάθλιψη. Όλα άλλαξαν, μεταλλάχθηκαν σε κάτι κρύο, παγερό. Όχι μόνο γιατί δεν έχουμε λεφτά να βάλουμε πετρέλαιο, αλλά γιατί τις τελευταίες δεκαετίες παγώσαμε μέσα μας. Και το εσωτερικό ψύχος είναι χειρότερο από το εξωτερικό.

Ηλίας Πεντίκης, Παρασκευή 27/12/2013, 02:16′

Advertisements

About stihoperpatimata

Αρνητικά: Φαντασιόπληκτος, πολεμικός, δειλός, ριψοκίνδυνος, αυθόρμητος, αναπάντεχα παρορμητικός-απρόσμενος, θρασύς, οξύθυμος, κτητικός, ζηλιάρης, ισχυρογνώμων, εγωπαθής, χαζοχαρούμενος, εκκεντρικός, μοναχικός, ενίοτε σκοτεινός-κρυψίνους, είρωνας, άθεος. Θετικά: Τετράγωνη λογική, δημιουργική φαντασία, ελπιδοφόρος, χαμογελαστός, προνοητικός, διορατικός, ειλικρινής, κάπως ψύχραιμος, υπομονετικός, στοϊκός, ΔΙΚΑΙΟΣ, περίπου τίμιος, ερωτικός, ρομαντικός, σεξομανής, κυνικός, θεοσεβούμενος.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: